Γάνδη, η πόλη-στολίδι της Φλάνδρας

Γάνδη, η πόλη-στολίδι της Φλάνδρας ή για να είμαστε πιο σαφείς και συγκεκριμένοι η πόλη, όπου ο χρόνος «κοκάλωσε» πεισματικά και ανυποχώρητα στον Μεσαίωνα με την ιδιάζουσα μυρωδιά να περιπλανιέται στον αέρα, ένα ιδανικά δεμένο και «σφιχτό» κράμα ρομαντικής, ξεχωριστής και μυστηριακής ατμόσφαιρας σαν πέπλο.

Η Γάνδη, από τις αρχαιότερες πόλεις του Βελγίου, χτισμένη στη συμβολή των ποταμών Scheldt και Leie και περιορισμένη σε μερικά μόνο τετραγωνικά χιλιόμετρα, διαθέτει όλα εκείνα τα θέλγητρα και τις προϋποθέσεις για ένα αδιάκοπο αλλά πρωτογνώριστο και θριαμβευτικά νοερό ταξίδι στο «τότε».

Από το ιστορικό κέντρο της πόλης, πεζοδρομημένο στο μεγαλύτερο μέρος του με 114 σημάνσεις σε κάθε βήμα ώστε να μην χαθεί κανείς, ξεκινήσαμε με τα πόδια να «μπερδευόμαστε» με τους υπόλοιπους επισκέπτες για να γνωρίσουμε την πόλη από άκρη σε άκρη. Και πώς το κάναμε αυτό; Τι χαζή ερώτηση θα σχολίαζε κάποιος. Κι όμως η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.

Γάνδη.

Έχοντας ήδη ενημερωθεί από την ξεναγό και με τον ταξιδιωτικό οδηγό στο χέρι, ακολουθήσαμε περιχαρής, αν και λίγο περίεργοι, την τουριστική διαδρομή των 10.000 βημάτων που δημιουργήθηκε ειδικά για τους επισκέπτες που θέλουν να περιηγηθούν την πόλη με τα πόδια.

Η διαδρομή μας έγινε ακόμα πιο διασκεδαστική και «παιδιάστικα» χαλαρή με τον μετρητή βημάτων, που προμηθευτήκαμε από το Γραφείο Τουρισμού, καταβάλλοντας ως εγγύηση το ποσό των 25€. Έπρεπε φυσικά να είμαστε σίγουροι με αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν θα «κλέβαμε» κανένα βήμα, ούτε θα λιποψυχούσαμε μέχρι το τέλος. Ο ενθουσιασμός και η ζωηρή επιθυμία μας έδιναν τον τόνο στα βήματά μας για να απολαύσουμε μια διαδρομή-έκπληξη σε γειτονιές «απολιθωμένες»στον Μεσαίωνα.

Μετά από τόσο ποδαρόδρομο τι καλύτερο θα μπορούσαμε να κάνουμε για να ανακτήσουμε δυνάμεις με ζεστό καφέ και μπισκότα με Βελγική σοκολάτα, από το να καθίσουμε σε κάποιο παρόχθιο cafee στο ειδυλλιακό λιμάνι Graslei, το ομορφότερο σημείο συνάντησης ντόπιων και επισκεπτών.

Τα παραδοσιακά εστιατόρια με την τοπική ή γαλλική κουζίνα, τα χρωματιστά αναπαλαιωμένα κτίρια-αποθήκες που καθρεφτίζονταν μεγαλοπρεπώς στα νερά του ποταμού, με την πάχνη και την αύρα του Μεσαίωνα να φράζει την ρινική μας κοιλότητα, δεν μας άφησαν καμία αμφιβολία γιατί είναι το αγαπημένο μέρος συνάντησης όλων.

Η περιήγησή μας όμως δεν είχε τελειώσει εκεί. Στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε τα πιο «απόκρυφα» μυστικά της ιστορίας της Γάνδης δεν θα μπορούσαμε να αρνηθούμε μια κρουαζιέρα στα γραφικά κανάλια της, που ξετύλιξαν σαν κουβάρι μπροστά μας τα σημαντικότερα αξιοθέατα, καλοδιατηρημένα όπως άλλωστε όλοι οι αρχιτεκτονικοί της θησαυροί. Αυτά που κάνουν τον επισκέπτη να αναπολεί νοσταλγικά και παραπονιάρικα μια εποχή που γνωρίζει μόνο μέσα από τα ιστορικά βιβλία και ίσως θα ήθελε να ζήσει έστω και για λίγο.

Τα υποβλητικά και αυθεντικά κτίσματά της, η όπερα, τα 18 μουσεία, τα 400 και πλέον ιστορικά κτίρια, όπως το επιβλητικό δημαρχείο, τα λιθόστρωτα δρομάκια, οι παραδοσιακές χρωματιστές στενόμακρες κατοικίες, παρόμοιες με αυτές του Άμστερνταμ, και οι πανύψηλοι καθεδρικοί ναοί με τα καμπαναριά σε γοτθικό ρυθμό μαρτυρούσαν την ένδοξη πορεία της στους αιώνες.

Στον Καθεδρικό ναό του Αγίου Βονιφάτη με τις 40 καμπάνες ο θαυμασμός μας για τους ανεκτίμητους θησαυρούς τέχνης, όπως ο άμβωνας ροκοκό με μαρμάρινη και ξύλινη επένδυση, ο βωμός μπαρόκ σε λευκό, κόκκινο και μαύρο μάρμαρο, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος ή ασχολίαστος. Όπως δεν πέρασε απαρατήρητη και ίσως με μια μικρή δόση ζήλιας η θαρραλέα μας απόφαση να ανέβουμε, με συνεχείς στάσεις και ασθμαίνοντας ομολογουμένως, τα 444 σκαλιά ως την κορυφή του ναού.

Μείναμε για ώρα εκεί ψηλά, αγγίζοντας σχεδόν κατακόρυφα τον ουρανό, ρουφώντας λαίμαργα τον καθαρό αέρα και χαιρετώντας τα πλάσματά του. Τότε παρατηρήσαμε τυχαία ότι το καμπαναριό και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου μαζί με τον καθεδρικό σχημάτιζαν μια νοητή γραμμή με κατεύθυνση την γέφυρα του Αγίου Μιχαήλ, σαν να καθόριζαν τον ορίζοντα της Γάνδης.

Το τέλος της περιήγησής μας περιλάμβανε το εσωτερικό του πέτρινου κάστρου Gravesteen με τείχη, τάφρο, ακροπύργια, σιδερένιες πύλες, παρατηρητήρια καθώς και μουσείο με όπλα εποχής και όργανα βασανιστηρίων. Οι ιππότες έμοιαζαν τόσο αληθινοί που ο κοφτός και τσιριχτός ήχος του μετάλλου από τις πανοπλίες σε έκανε να γυρίζεις απότομα το κεφάλι από ανατριχίλα. Μεσαίωνας γαρ.

Η μέρα ή μάλλον το βράδυ μας βρήκε αποκαμωμένους και έκπληκτους να θαυμάζουμε την πόλη που έλαμπε υπό το φως των χιλιάδων λαμπτήρων σε κάθε καίριο σημείο, μεγεθύνοντας την χάρη και την μεσαιωνική της προσωπικότητα σαν καρτ ποσταλ. Γιατί αυτό είναι η Γάνδη.

Εύη Μαραγκουδάκη

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *